άμεμπτος

[амэмптос] еж. безупречный, безукоризненный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "άμεμπτος" в других словарях:

  • ἄμεμπτος — blameless masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άμεμπτος — η, ο (Α ἄμεμπτος, ον) [μεμπτός] (με παθητική σημασία) αυτός που δεν μπορεί κανείς να τόν μεμφθεί, να τόν κατηγορήσει, ανεπίληπτος, αψεγάδιστος αρχ. 1. ο τέλειος στο είδος του 2. (με ενεργητική σημασία) αυτός που δεν μέμφεται, δεν κατηγορεί, δεν… …   Dictionary of Greek

  • άμεμπτος — η, ο επίρρ. α ο χωρίς μομφή, αψεγάδιαστος: Το φέρσιμό του ήταν πάντα άμεμπτο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀμεμπτότερον — ἄμεμπτος blameless adverbial comp ἄμεμπτος blameless masc acc comp sg ἄμεμπτος blameless neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεμφῆ — ἄμεμπτος blameless neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἄμεμπτος blameless masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἄμεμπτος blameless masc/fem acc sg (attic epic doric) ἀμεμφής neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἀμεμφής masc/fem/neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεμπτότατα — ἄμεμπτος blameless adverbial superl ἄμεμπτος blameless neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεμπτότατον — ἄμεμπτος blameless masc acc superl sg ἄμεμπτος blameless neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεμφεῖ — ἄμεμπτος blameless masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἄμεμπτος blameless masc/fem/neut dat sg ἀμεμφής masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ἀμεμφής masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεμφεῖς — ἄμεμπτος blameless masc/fem acc pl ἄμεμπτος blameless masc/fem nom/voc pl (attic epic) ἀμεμφής masc/fem acc pl ἀμεμφής masc/fem nom/voc pl (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμεμφέα — ἄμεμπτος blameless neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἄμεμπτος blameless masc/fem acc sg (epic ionic) ἀμεμφής neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἀμεμφής masc/fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.